« »

"Αφελίδες και Παραληδες".

Δημοσιεύθηκε : Δευτέρα, 17 Δεκέμβριος 2012

(Τρίτη   πράξη τού υπό έκδοση αφηγηματικού θεατρικού έργου τής συγγραφέως Καλής Γκέλμπεση "Αφελίδες και Παραληδες".Ευγενική προσφορά στο blog ΑΝΕΡΓΟΙ και ΑΦΡΑΓΚΟΙ.   Απολαύστε το(!) και αξιοποιήστε το.)

index2 

...Αριστεροδέξιο κάπνισμα...

Μαμά: κυρία Αφελίδου. Ετών τριανταπέντε και άνεργη μήνες δεκαπέντε. 

Μπαμπάς: κύριος Αφελίδης. Ετών τριανταοκτώ και υπάλληλος τού κυρίου Παραλίδη χρόνια οκτώ.  

Παιδί: ο Σωτηράκης. Μαθητής ετών εννιά με αέρα στα πανιά…

Διαμέρισμα: ψευτοτριάρι εξήντα τετραγωνικών σ’ εργατοσυνοικία, μα ουδόλως είναι δική τους η οικία.

Ηλιοβασίλεμα προχωρημένο και ο κύριος Αφελίδης δεν έχει επιστρέψει ακόμη απ’ τη δουλειά. Η κυρία Αφελίδου ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη να ελέγξει και την τελευταία λεπτομέρεια της εμφάνισής της. Την είχε καλέσει επειγόντως η κυρία Παραλίδου, γιατί την χρειαζόταν. Ο Σωτηράκης κάνει φύλλο και φτερό ένα περιοδικό φτιάχνοντας χάρτινες βαρκούλες.  

- Σωτηράκη, εγώ φεύγω. Όπου νά ’ναι έρχεται ο πατέρας σου. Κοίτα μη σε βρει με τα φώτα αναμμένα κι έχουμε πάλι γκρίνιες. 

- Κι άμα σκοτεινιάσει και δεν έχει έρθει ακόμη ο μπαμπάς; images6

 - Κάτσε στο μπαλκόνι να έχεις φως απ’ τη λάμπα τής κολώνας τού δρόμου.  

- Βραδιάτικα και καταχείμωνο μαμάκα μου στο μπαλκόνι; Θα ξεπαγιάσω. 

- Ντύσου καλά και τυλίξου και με μια κουβέρτα.  

- Μπα, γιατί; Για να γίνω σαν αυτούς τούς άστεγους; Όχι. Δε μ’ αρέσει. 

- Μωρέ άμα δεν καταφέρουμε να πληρώσουμε κι αυτόν το μήνα τη δόση τού σπιτιού στην τράπεζα, οικογενειακώς άστεγοι θα μείνουμε… 

55 

- Τότε γιατί δε λέτε εσύ κι ο μπαμπάς στον κύριο και την κυρία Παραλίδη, να μας χαρίσουν ένα σπίτι; Ογδόντα έχουν. Άκουσα την κόρη τους που έλεγε πως θα της τα δώσουν προίκα. Στο γιο τους θα δώσουν το εργοστάσιο και τις μετοχές στην τράπεζα. Α, ξέρεις μανούλα; Είναι η ίδια τράπεζα που χρωστάμε το δάνειο για το σπίτι. Το βρήκα! Να διαγράψουν το χρέος που έχουμε στην τράπεζα! Αυτό να πεις τώρα που θα πας εκεί.  

- Σιγά μην αρχίσουν να μοιράζουν οι άνθρωποι το βιος τους δεξιά κι αριστερά. Βρε, αυτοί είναι νοικοκυραίοι! Τι τους πέρασες; Ξέρεις με τι κόπο φτιάξανε αυτήν την τεράστια περιουσία; Νά ’ξερες μόνο τι καημούς και βάσανα έχουν! Κοιμούνται και ξυπνάνε με το φόβο μην ξανακηρύξουν απεργία οι εργάτες.  

- Ναι, αλλά ο μπαμπάς δεν απεργεί ποτέ. Γιατί; Τον κλέβουν οι Παραλίδες λιγότερο απ’ τους άλλους;  

- Μωρέ καλά λέει ο πατέρας σου. Σαν τα μούτρα του σ’ έκανε ο θείος σου. Πρόσεχε παιδί μου. Πρόσεχε μη γίνεις κομμουνιστής και μας ξεφτιλίσεις! Αχχχ…  

Η κυρία Αφελίδη, προβληματισμένη με τον κακό δρόμο που βλέπει να παίρνει ο γιός της, περπατά και παραμιλά. «Ό,τι έκλεισε τα εννιά του χρόνια και φέρεται σαν τον αδελφό μου που είναι τριάντα. Πάει, θα καταστραφεί το παιδάκι μου…», βουρκώνουν τα μάτια της, μα προλαβαίνει και γυρνά πίσω τα δάκρυα. Ευτυχώς, γιατί αλλιώς κινδύνευε να χαλάσει το μακιγιάζ. Και πώς θα παρουσιαζόταν μετά στης κυρίας Παραλίδη; 

Ώσπου να φτάσει στο πάρκο είχε συνέλθει εντελώς. Μέχρι να το διασχίσει δε, είχε ξαναβρεί και το κέφι της. Τι ωραίο που είναι! Ο μοναδικός πνεύμονας πράσινου στην πόλη! Και τι όμορφα που δεσπόζει η σύγχρονη βίλα στο τελείωμά του!  index8 

Δημόσιο είναι και βρίσκεται στην άκρη τής πόλης. Πολύ άκρη, δύσκολα προσβάσιμο, γι’ αυτό και δεν έχει καθόλου κίνηση. Η αλήθεια είναι ότι πρώτα έφτιαξε τη βίλα του εκεί ο κύριος Παραλίδης και μετά η Περιφέρεια αποφάσισε να φτιάξει αυτό το πάρκο. «Ευγνωμοσύνη πρέπει να του χρωστά ο λαός τής πόλης μας! Χωρίς τον κύριο Παραλίδη, δε θα είχαμε αυτόν τον πνεύμονα πράσινου», μονολογούσε καμαρώνοντας το σύνολο του τοπίου. Υπέροχο!  

Στέκει για λίγο λοξά πριν την είσοδο της βίλας και δε χορταίνει να το βλέπει! Σα νά ’ναι η πρώτη φορά που πατά το πόδι της εκεί. 

images4Το πάρκο μοιάζει νά ’ναι η φυσική συνέχεια της βίλας και η βίλα σα νά ’ναι η φυσική συνέχεια του πάρκου.  

Η ίδια μένει σ’ απόσταση κάπου δυο χιλιόμετρα από ’κεί, κι είναι σα να βρίσκεται σ’ άλλον κόσμο, σ’ άλλον πλανήτη, σ’ άλλο σύμπαν.  

«Δίκιο έχει ο άντρας μου. Οι Παραλήδες έχουν γούστο! Ξέρουν να ζουν! Όχι σαν κάτι ψωριάρηδες σαν τον αδελφό μου και τους ομοίους του…», μονολογεί νοερά. «Τι σύμπτωση όμως, να σχεδιάσουν αυτό το πάρκο έτσι! Θέλημα θεού ήταν! Και γιατί όχι; Αν δεν φροντίζει ο θεός τον κύριο Παραλίδη, ποιον θα φροντίζει; Τον κάθε τυχάρπαστο; Αλήθεια, πώς να είναι ο κύριος Παραλίδης; Δεν έτυχε να τον δω ποτέ. Και τις τρεις φορές που ήρθα εδώ, έλειπε», συνέχιζε το νοερό μονόλογό της καθώς χτυπά το κουδούνι.  

Δυο δυνατοί προβολείς ανάβουν μες στα μάτια της, που απ’ το εκτυφλωτικό φως την πόνεσαν και τά ’κλεισε τόσο σφιχτά, που τελικά την πόναγαν απ’ το σφίξιμο. Αφού, όταν άνοιξε ο θυρωρός τη θωρακισμένη εξώπορτα, αδυνατούσε να τον δει.  

- Ελάτε, περάστε. Η κυρία σάς περιμένει.  

- Συγ…, συγνώμη, δε βλέπω καλά. Δε σας βλέπω καθόλου, δηλαδή. Μόνοοοο…, μόνο μαύρα αστεράκια βλέπω.  

- Μωρέ την τύφλα σου δε βλέπεις. Χαζοβιόλα… 

- Τι, τι είπατε; Δε σας άκουσα.  

- Για τ’ αστεράκια λέω. Μόνο άσπρα υπάρχουν. Και σταματήστε επιτέλους να σφίγγετε τα μάτια σας. Σιγάααα, σκαλοπάτι. 

- Ω, παραλίγο να πέσω. Ευχαριστώ που με συγκρατήσατε κύριε Παραλίδη.  

index66- Ο θυρωρός είμαι κυρία μου. Ο θυρωρός.  

- Και δε μου το λες τόση ώρα; Τς, τς, τς, αγένεια! Σ’ άρεσε φαίνεται που σου μιλούσα στον πληθυντικό…  

- Μα κυρία μου κι εγώ στον πληθυντικό σάς μιλούσα και σας μιλώ. 

- Εσύ ανήκεις στο υπηρετικό προσωπικό. Εγώ είμαι επισκέπτρια. Κυρία και όχι δούλα σαν αυτές που συναναστρέφεσαι. Έλα, άσε τα λόγια τώρα και ανάγγειλέ με στην κυρία σου.  

- Δε χρειάζεται. Σας είδε απ’ τις κάμερες. Περάστε απ’ εδώ παρακαλώ. Ηλίθια… 

- Τι πράγμα; Με είπες ηλίθια; 

- Ήμαρτον θεέ μου! Αλήθεια, αλήθεια είπα, κι ήθελα να σας ρωτήσω. Αλήθεια, είστε η σύζυγος του κυρίου Αφελίδη; Του κλητήρα;  

- Κλητήρας!; Μα δεν ξέρεις τι λες πια. Υπάλληλος γενικών καθηκόντων είναι! Μάλιστα …κύριε!!! 

- Μπράβο! Μπράβο! Βλαμμένη…  

- Πώς; Τι; Βλαμμένη με είπες; Τώρα θα…

- Ήμαρτον θεέ μου! Βγαλμένη καλέ. Βγαλμένη απ’ την ίδια τη ζωή αυτή η δουλειά. Βέεεεβαια… Γενικών καθηκόντων!  

Ο θυρωρός τής ανοίγει τη βαριά ξύλινη πόρτα και με μια επιτηδευμένη αστεία υπόκλιση την αποχαιρετά, καθώς εκείνη περνά στο εσωτερικό τής βίλας.  

Η κυρία Παραλίδου την υποδέχεται κατααγχωμένη.  

56- Αχ κυρία Αφελίδου μου, με σώνεις! Συμφορά, συμφορά σού λέω.  

- Μα τι συμβαίνει; Τι πάθατε; Με τρομάζετε. Να καλέσω την άμεση δράση;  

- Μόνο την άμεσο δράση καλέ; Τον ευρωστρατό και το ΝΑΤΟ πρέπει να καλέσουμε, μα τώρα δεν υπάρχει χρόνος. Καίγομαι, καίγομαι σου λέω κυρία Αφελίδου μου.  

- Τότε την πυροσβεστική. Ναι, ναι, την πυροσβεστική να καλέσουμε. Φωτιάαααα, φωτιάαααα! images99 

- Για τ’ όνομα του θεού! Πάψε να φωνάζεις κυρά μου. Πού την είδες τη φωτιά; Άλλο εννοώ. Λοιπόν, απόψε κάνω πάλι ένα καρέ εδώ, φυσικά για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Όπως καταλαβαίνεις, πρόκειται για εκλεκτούς καλεσμένους και συμπαίκτες. Δυο τραπεζίτες, ένας βιομήχανος, δυο εφοπλιστές, τρεις δικαστές και εισαγγελείς, δυο αρχιμανδρίτες, ένας μεγαλοκατασκευαστής δημοσίων έργων… Ξέχασα κανέναν; Α, ναι. Θα έρθουν και δυο υπουργοί τής κυβέρνησης μαζί με πέντε βουλευτές τής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Να σου πω την αλήθεια, βάρος μού είναι αυτοί, αλλά δεν μπορούσα να τους αποφύγω. Κολτσίδες παιδί μου… 

- Βάρος και κολτσίδες οι κύριοι υπουργοί; 

- Όπως το ακούς! Και μάλιστα περιττό βάρος κάποιες φορές. Μονίμως ζητάνε ρουσφέτια απ’ τον άντρα μου, κάτι που σίγουρα θα κάνουν και με τους άλλους καλεσμένους μου απόψε. Δε θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε.  

- Να τους το απαγορέψετε! Α, όλα κι όλα! Ανεπίτρεπτο να καταχρώνται την ανοχή σας!

- Αχ, κυρία Αφελίδου μου, και την εμπιστοσύνη μας καταχρώνται. Ανίκανοι! Μόλις δουν το λαό να ξεσηκώνεται γιατί τάχα τον εκμεταλλευόμαστε, βάζουν την ουρά στα σκέλια. Οι άχρηστοι! Λίγα είναι τα ψωμιά τους όμως… 

- Τι, θα τους απολύσετε όπως τους εργάτες σας;  

- Ακριβώς! Και στη θέση τους θα προσλάβουμε συνταγματάρχες. Είναι λίγο δύσκολη διαδικασία βέβαια, αλλά με λίγη προσπάθεια θα τα καταφέρουμε. Αυτός είναι κι ο φιλανθρωπικός σκοπός εξάλλου, που κάνω αυτό το καρέ απόψε. Αχχχχ, βάσανα κυρία Αφελίδου μου, βάσανα…index33 

- Απα, πα, πα! Μα εσείς έχετε προβλήματα! 

- Χμ, εδώ δεν πρόκειται απλά για προβλήματα. Εδώ μπαίνει ζήτημα ζωής και θανάτου…  

- Παναγία μου! Ποιος πεθαίνει;  

- Για σήμερα εγώ, εδώ και τώρα αν… 

- Βοήθειαααααα! Ένα ασθενοφόρο, ένα ασθενοφόρο. Γρήγορααααα… 

- Για τ’ όνομα του θεού! Πάψε να φωνάζεις και πάψε επιτέλους να παίρνεις τοις μετρητοίς ό,τι λέω. Μα τέλος πάντων, δεν καταλαβαίνεις πως άλλα λέω και άλλα εννοώ; 

- Αχ, τι χαζή που είμαι! Συγνώμη κυρία Παραλίδου που σας πιστεύω. Δε θα το ξανακάνω. 

- Και τι θα κάνεις; Θα με αμφισβητείς; Καλά, ακούς τι λες; Τους Παραλήδες κυρία μου, δεν τους αμφισβητεί ούτε ο θεός! Θα τους αμφισβητήσεις εσύ; Για πρόσεξε τα λόγια σου! Και μην ξεχνάς ότι ο άντρας σου είναι υπάλληλός μας. Ορίστε μας!  

- Συγνώμη, δεν ήθελα να σας προσβάλω. Εσείς μου είπατε… 

- Σου είπα ανόητη ότι κάποιες φορές μιλάω αλληγορικά. Το συνηθίζουν αυτό οι άνθρωποι ξέρεις.  

- Και πάλι ζητώ ταπεινά συγνώμη. Κι αν θέλε… 

- Καλά, καλά, άστα αυτά τώρα.  

- Λοιπόν, όπως σου είπα, απόψε περιμένω κόσμο. Ποιος θα περιποιηθεί και θα εξυπηρετήσει αυτούς τους ανθρώπους; Εγώ; Αν είναι δυνατόν!  

- Δεν καταλαβαίνω. Έχετε τέσσερεις υπηρέτριες μόνο για τον εσωτερικό χώρο τού σπιτιού. Δεν φτάνουν;  

- Είχα τέσσερεις, μέχρι πριν δυο ώρες που σου τηλεφώνησα να έρθεις εδώ. Τώρα έχω μόνο δύο. Βλέπεις…, όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος… 

- Αχούουου, τι πάθατε… Κι ύστερα σου λένε ότι οι πλούσιου δεν έχουν βάσανα…

- Βάσανα; Βασανιστήρια τραβάμε, μα ποιος να μας συμπονέσει και να μας νοιώσει. Κι ήμουνα και μόνη όταν συνέβη το κακό. Ο άντρας μου, όπως βλέπεις, δεν έχει έρθει ακόμη. Φρίκη σού λέω, φρίκη! 

- Αχούουου συμφορά που σας βρήκε! Σας βασάνιζαν και δεν υπήρχε κανείς να σας σώσει, δηλαδή; Καλά, ούτε το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό έτρεξε να σας βοηθήσει; 

- Αυτοί κι αν μ’ άφησαν αβοήθητη! Ο σωφέρ και η οικονόμος έλειπαν βέβαια. Αλλά, ο θυρωρός, ο κηπουρός, ο συντηρητής τής πισίνας, οι γκουβερνάντες των παιδιών μου, οι υπηρέτριες των σκυλιών και των γατιών, οι μαγείρισσες, καθώς και οι δυο υπηρέτριες του σπιτιού, ήταν παρόντες. Ξέρεις τι έκαναν οι άθλιοι; Κάθονταν και κοιτούσαν σα βόδια τις άλλες δυο υπηρέτριες που μου επιτέθηκαν.  

- Εγώ πάντως, θα σας βοηθούσα αν ήμουν εδώ. 

- Εσύ κυρία Αφελίδου μου είμαι σίγουρη ότι θα το έκανες. Αυτοί όμως δήλωσαν πως θα κρατήσουν ουδέτερη στάση και το έκαναν. Οι υποκριτές! Λες και δεν ξέρουμε ότι όποιος κρατά ουδέτερη στάση, απλά δε θέλει ν’ αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση. Και η υπάρχουσα κατάσταση ήταν, πως εγώ δεχόμουν ανίερη επίθεση! Και με τέτοια(!) οικονομική κρίση, που έπρεπε να τους είχαμε κόψει ολόκληρο το μισθό, κι εμείς από ανθρωπιά, τούς κόψαμε μόνον το μισό! Οι αχάριστοι! Παλιανρθρωπιά κυρία Αφελίδου μου, παλιανθρωπιά…  

- Τι αχαριστία, θεέ μου! Μα ν’ αδιαφορούν τα παλιοτόμαρα για εσάς που τους ταΐζετε; Για τους ίδιους τούς ευεργέτες τους; Τι ξεδιαντροπιά! Μα αυτοί είναι αγύρτες! Να τους απολύσετε όλους κυρία Παραλίδου μου. Να τους απολύσετε!  

- Αυτό θα κάνω, αλλά μ’ έναν-έναν. Διότι αλλιώς, θα μου επιτεθούν πάλι, κι όλοι μαζί αυτήν τη φορά. Άνθρωπος είμαι κι εγώ, πώς ν’ αντέξω τέτοια βασανιστήρια; 

- Να κάνετε μήνυση στις δυο υπηρέτριες που σας παράτησαν κι έφυγαν. Με ποιο δικαίωμα το έκαναν!  

- Αμ δε με παράτησαν, εγώ τις απέλυσα. Τι άλλο να έκανα; Θυμάσαι εκείνην τη νεαρή υπηρέτρια; Αυτήν που σου είχε σερβίρει τον καφέ χωρίς νερό, τη μέρα που σου έδωσα τα φαγητά που περίσσεψαν απ’ τη δεξίωση των γενεθλίων της άσπρης γατούλας μου. Ε, αυτή η δεσποινίδα ήταν φίδι κολοβό. Άκου, για να καταλάβεις. Σήμερα της είπα ότι θα είναι υπεύθυνη για τα τασάκια. Δε θά ’κανε τίποτ’ άλλο δηλαδή, απ’ το να περιφέρεται γύρω απ’ τα τραπέζια των καλεσμένων και συμπαικτών μας, να παίρνει τα λερωμένα τασάκια και να τ’ αντικαθιστά με καθαρά, έστω κι αν είχαν μέσα μόνο ένα αποτσίγαρο. Σιγά τη δουλειά, δηλαδή. Όσες ώρες θ’ αγωνιούσαμε εμείς πάνω στην πράσινη τσόχα, αυτή απλά θα έκοβε βόλτες. Περίπατος, σου λέω! Περίπατος! Ε, ξέρεις τι έκανε; Αρνήθηκε. Μάλιστα. Αρνήθηκε πεισματικά, κι έδειξε τρομοκρατημένη σα να μην τό ’χε ξανακάνει. Κι όμως, τρία χρόνια που δούλευε εδώ, το είχε κάνει εκατοντάδες φορές. Κόντεψα να βγω απ’ τα ρούχα μου με το πείσμα της και τις έβαλα τις φωνές. «Είμαι έγκυος», μου λέει τελικά ξεδιάντροπα. Βγήκα απ’ τα ρούχα μου εντέλει, η γυναίκα. Τη βούτηξα απ’ το μαλλί και την έσυρα απ’ το σαλόνι μέχρι την κουζίνα! Άκου έγκυος! Θράσος κυρία Αφελίδου μου. Θράσος!

- Απα, πα, πα, ξετσιπωσιά… Ανύπαντρη και γκαστρωμένη; Αίσχος!  

- Αμ δεν είναι ανύπαντρη. Παντρεύτηκε τον περασμένο μήνα, τη μέρα που είχε ρεπό. Όλα, όλα μού τα ξέρασε η βρώμα! Και με τι ξεδιαντροπιά! Σα νά ’χε κάνει το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Της κολλάω κι εγώ τότε στη μούρη το συμφωνητικό που είχε υπογράψει. «Δεν θα παντρευτώ και δεν θ’ αποκτήσω παιδί όσο εργάζομαι στης κυρίας Παραλίδου», έγραφε η τελευταία παράγραφος του συμφωνητικού, κι από κάτω φαρδιά πλατιά η υπογραφή της. Ξέρεις τι έγινε τότε κυρία Αφελίδου μου; Όρμησε η άλλη. Αυτή που είχε βγάλει τη φιλοσοφική. Θυμάσαι, στην είχα συστήσει. Αυτή η ψωμόλυσσα , που αν δεν την έπαιρνα εγώ για υπηρέτρια, θα έτρωγε το πτυχίο της για μεσημεριανό και το μεταπτυχιακό της για βραδινό. Όρμησε που λες αυτό το πορνίδιο, βούτηξε το συμφωνητικό απ’ τα χέρια μου, τό ’κανε κομματάκια και μου τό ’χωσε στο στόμα. Φόνισσες και οι δυο σού λέω κυρία Αφελίδου μου. Φόνισσες! 

- Χριστός και Παναγία! Καημενούλα κυρία Παραλίδου μου, τι τραβήξατε… Ούτε στο χειρότερο εχθρό μου τέτοια βάσανα! Απολίτιστοι άνθρωποι! Ούτε τις υπογραφές τους δε σέβονται. Τς, τς, τς…

- Καταλαβαίνεις τώρα γιατί σε κάλεσα; Μόνο εσύ μπορείς να με σώσεις. 

- Ό,τι θέλετε. Ό,τι θέλετε! Θέλετε να έρθω μάρτυρας στο δικαστήριο να ορκιστώ πως ήμουν μπροστά όταν σας επιτέθηκαν; Ό,τι μου πείτε, θα κάνω. Μια κυρία σαν κι εσάς, ποτέ δεν έχει άδικο! Άλλωστε και οι δικαστές, μόλις δουν ποια έχουν μπροστά τους, θα τη δικαιώσουν. Σιγά δηλαδή, μη δικαίωναν το κάθε δουλικό! 

- Όχι, όχι. Δε σε θέλω γι’ αυτό. Άλλη βοήθεια θέλω από σένα. Θα πληρωθείς φυσικά.  

- Α, σας παρακαλώ! Ποτέ! Για ποια με περάσατε που θα πάρω λεφτά. Θα σας βοηθήσω επειδή το έχετε ανάγκη και το αξίζετε. Πείτε μόνο ακριβώς, τι θέλετε να κάνω.  index5

- Τασάκια. Θα είσαι απόψε υπεύθυνη τασακίων. Η οικονόμος θα σου εξηγήσει τι ακριβώς θα κάνεις. Πρώτα όμως θ’ αλλάξεις ρούχα. Στην γκαρνταρόμπα τού δεύτερου υπογείου θα βρεις στολές υπηρετικού προσωπικού σε όλα τα μεγέθη. Δες ποια σού κάνει, φόρεσέ τη, κι ανέβα στο πρώτο υπόγειο που σε περιμένει η οικονόμος. Α, και το ότι θα πληρωθείς, είναι δεδομένο. Δεν το συζητώ.  
index87Καμιά σαρανταριά νοματαίοι οι καλεσμένοι και οι περισσότεροι κάπνιζαν σα φουγάρα. Ακριβά πολυτελή τσιγάρα οι γυναίκες και χοντρά πανάκριβα πούρα οι άντρες. Έπιασε κι ένα δυνατό ανεμόβροχο, ήταν και το κρύο τσουχτερό, κι από μια ώρα και μετά δεν ξανάνοιξαν καθόλου τα παράθυρα. Από πούθε να φύγει ο καπνός και πόσον καπνό να τράβαγε πια ο εξαερισμός; Μπουκώσανε τα φίλτρα του και τα τρία σαλόνια μοιάζαν με τοπίο ομίχλης μέχρι τα χαράματα που τέλειωσε το «φιλανθρωπικό» χαρτοπαίγνιο. 

Η μαμά τού Σωτηράκη τρέκλιζε σα νά ’χε πιει σ’ αλκοόλ το Βόσπορο και νά ’χε καπνίσει ένα βαπόρι σέρτικα τσιγάρα. Από κούραση δε, ήταν σα νά ’χε κάνει το δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη πεζή, τρέχοντας σκυμμένη και χωρίς στάση. Όλη νύχτα πηγαινοερχόταν στα σαλόνια γύρω-γύρω απ’ τα στρογγυλά τραπέζια, αντικαθιστώντας ολοένα τα βρώμικα τασάκια με καθαρά. Κι ήταν και βαριά. Κρυστάλλινα γαρ… Ομολογουμένως όμως, τα κατάφερε θαυμάσια. Τόσο, που ως και η κυρία Παραλίδου την επιβράβευσε δίνοντάς της πέντε ολόκληρα(!) ευρώ επιπλέον απ’ αυτά που σκόπευε να της δώσει. Σύνολο, είκοσι ευρώ.  

Η κυρία Αφελίδου μπαίνει αθόρυβα σπίτι της και ακόμη πιο αθόρυβα πέφτει στο κρεβάτι δίπλα στον άντρα της. Αποκοιμήθηκε αμέσως, μα η βαριά κούραση και το μπούκωμα απ’ την καπνίλα τής προκάλεσαν φοβερό ροχαλητό. Τόσο φοβερό και τρομερό, που πετάχτηκαν έντρομοι ο άντρας της κι ο γιος της. Την ξύπνησαν να γυρίσει πλευρό μπας και σταματήσει το ροχάλισμα.  

Ο κύριος Αφελίδης και ο Σωτηράκης συνέχισαν πάλι τον ύπνο τους, μα εκείνη ξαγρύπνησε για τα καλά, εξαιτίας και της μεγάλης υπερέντασής της απ’ την ολονύκτια κούραση. Άρχισε λοιπόν να μετρά προβατάκια μπας και ξανακοιμηθεί. Στα εκατόν ογδόντα πέντε όμως έχασε το λογαριασμό κι άρχισε να μετρά άλλα πράματα. Ευρώ…  

20Είχε αποκτήσει είκοσι ολόκληρα ευρώ, που φυσικά θα πρόσθετε στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό. Τόσα για ψωμί, τόσα για γάλα, τόσα για πατάτες, τόσα για ένα πακέτο τσιγάρα… Νταν! Πετάγεται ίσαμε το ταβάνι, σα να χτύπησε τεράστια καμπάνα στ’ αυτιά της.

index45 

 

 

- Τσιγάρα; Όχι! Ποτέ πια! Να μου κοπεί το χέρι αν ξαναβάλω τσιγάρο στο στόμα μου, μετά απ’ αυτό που έπαθα απόψε.  

- Τι έπαθες βρε γυναίκα; Για δε μ’ αφήνεις να κοιμηθώ μια στάλα ακόμη; Πώς θα δουλέψω όλη μέρα ο άνθρωπος;  

- Τι φωνάζεις καλέ μαμά; Είναι νωρίς ακόμη για να σηκωθώ για το σχολείο.  

Η κυρία Αφελίδου δεν ξανάπεσε για ύπνο. Καταπιάστηκε με το νοικοκυριό μέχρι που βάρεσαν τα ξυπνητήρια για τον άντρα και το γιο της, οπότε ετοίμασε και το πρωινό τους. Από ένα ποτήρι γάλα κι από μια φέτα ψωμί.  

- Αμάν βρε γυναίκα, δεν φτάνει που ’ναι ξερό σαν πέτρα το ψωμί, χάθηκε να βάλεις πάνω και λίγο μέλι; 

- Εγώ μανούλα θέλω μαρμελάδα.  

- Έχουμε τίποτα απ’ αυτά και δεν σας έβαλα; Έλεος πια(!), πατέρας και γιος! Και καλά ο Σωτηράκης. Δεν ξέρει. Εσύ όμως άντρα μου, γιατί κάνεις σαν παιδάκι; Ξεχνάς πως ούτε τούτον το μήνα καταφέραμε να βάλουμε κάτι στην τράπεζα για τις δόσεις; Επτά μήνες χρωστάμε μαζί μ’ αυτόν που τρέχει. 

- Μάλλον εσύ ξεχνάς, ότι μόνο με το μισθό μου δε γίνεται να τα βγάλουμε πέρα. Δυο χρόνια κοντεύεις άνεργη…, και τι κάνεις; Άσε λοιπόν τις εξυπνάδες και ψάξε για δουλειά.  

- Μπα; Και ποιος σού είπε ότι δεν ψάχνω; Ώρες και ώρες γυρνάω σαν τη σβούρα αναζητώντας δουλειά. Μην κάνεις πως δεν το ξέρεις.  

- Άστα αυτά. Μόνο οι τεμπέληδες δεν βρίσκουν δουλειά.  

- Όρεξη για καβγά έχεις πρωί-πρωί; Ορίστε, το βλέπεις αυτό; Εικοσάευρο είναι. Δούλευα όλη νύχτα. Αχάριστε! Ε, αχάριστε!  

- Ωωωωχ πια! Σταματήστε να τσακώνεστε πάλι. Όλο τσακωνόσαστε για τα λεφτά. Όλο τα ίδια και τα ίδια! Το ξέρεις πατερούλη μου ότι οι γονείς των μισών παιδιών στο σχολείο είναι άνεργοι; Τεμπέληδες είναι όλοι αυτοί; Κι εσύ μαμά, άδικα κατηγορείς τον μπαμπά ότι φέρνει λίγα λεφτά. Πώς να φέρει περισσότερα αφού λίγα παίρνει; Κι εσύ μπαμπά άδικα κατηγορείς τη μαμά ότι ξοδεύει πολλά λεφτά. Πώς γίνεται να ξοδεύει πολλά, αφού έχουμε λίγα; Εγώ στην αριθμητική έμαθα πως ένα κι ένα κάνουν δύο. Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο. Ε, άμα το καταλάβετε θα πάψετε να τρωγόσαστε.  

- Σωτηράκη, χτες τ’ απόγευμα όταν έφυγα για το σπίτι τής κυρίας Παραλίδου, ποιος ήρθε παιδί μου εδώ;  

- Να θυμηθώ λίγο… Α, ο μπαμπάς.

- Πριν από μένα Σωτηράκηηηη. Πριν. Έλα, λέγε τώρα μη φας καμιά ξανάστροφη.  

- Πώς κάνετε έτσι καλέ; Ο θείος πέρασε απ’ εδώ. Κακό είναι;  

- Τό ’ξερα! Τα βλέπεις γυναίκα; Ο αδελφούλης σου! Αυτός φταίει που ο Σωτηράκης μάς βγάζει διαρκώς μια γλώσσα μεγαλύτερη απ’ το μπόι του. Κομμουνιστή θα μας το καταντήσει το παιδί μας!!! Αλίμονο… kke11  

- Ελάτε, ελάτε. Αφήστε την γκρίνια πρωί-πρωί. Εγώ θα βγω για ψώνια. Μακαρόνια με κιμά θα κάνω σήμερα!  

- Με κιμά(!); Πω-πω γλέντια!!! Όλο σκέτα άσπρα τα τρώμε. Θα βάλουμε και τυρί από πάνω; Μμμμ-μαμ!  

- Ναι Σωτηράκη μου. Πιστεύω θα μου φτάσουν τα λεφτά να πάρω και λίγη μυζήθρα. Έμαθα ότι το σούπερ μάρκετ δίπλα στο σχολείο σου έχει σήμερα προσφορά τυριά που δεν αντέχουν άλλο. Πρέπει να καταναλωθούν άμεσα, γιατί έχουν αρχίσει να μουχλιάζουν. Άντε, τυχερός είσαι πάλι. Θα κουβαλήσω εγώ τη σάκα σου μέχρι εκεί. 

Ο μπαμπάς μετρά τα λιανά του, να δει αν του φτάνουν για εισιτήρια και καφέ. Ανοίγει την πόρτα και φεύγει ξεχνώντας να χαιρετήσει τη γυναίκα του και το παιδί του. Μόνο μουρμούρισε, «…και ένα! Ευτυχώς μού περισσεύει κι ένα ευρώ για μια τυρόπιτα προσφοράς».  

Η μαμά φορτώθηκε τη σάκα τού Σωτηράκη, έβαλε στην τσέπη της το εικοσάευρο, αφού πρώτα το περιεργάστηκε σαν κάτι πρωτόγνωρο, κλείδωσε το σπίτι και κίνησαν με το γιόκα της προς την ίδια κατεύθυνση. Στο πρώτο περίπτερο σταματά και ζητά ένα πακέτο τσιγάρα.  

- Μη! Μη! Όχι! Όχι μαμά μου! Μανούλα μου! Μη γίνεις σαν κι αυτούς που λέει ο θείος! 

- Τι έπαθες παιδάκι μου; Γιατί σκούζεις στα καλά καθούμενα; Τρελάθηκες;  

- Όχι μαμάκα μου. Εσύ τρελάθηκες. Τι φώναζες τα ξημερώματα; Θυμάσαι; «Να μου κοπεί το χέρι αν ξαναβάλω στο στόμα μου τσιγάρο»! Ε, αυτό πας να πάθεις τώρα. Να σου κοπεί το χέρι. Και μετά, πώς θα φτιάξεις μακαρόνια με κιμά; Και τυράκι είπαμε. Μην ξεχνιόμαστε… 

- Σας παρακαλώ κύριε περιπτερά, όχι ένα. Δυο πακέτα τσιγάρα δώστε μου.  

- Όχι! Όχι κύριε περιπτερά. Μη βρε μανουλίτσα. Γιατί θες να καταντήσεις σαν αυτούς που λέει ο θείος;  

- Ποιους βρε, που να σε πάρει η ευχή!

- Αυτούς καλέ μανούλα, που πάνε και ψηφίζουν πότε το δεξιό και πότε το αριστερό κόμμα τού κυρίου Παραλίδη και μετά λένε, να μου κοπεί το χέρι αν το ξανακάνω. Και μετά το ξανακάνουν και είναι κοψοχέρηδες. Τέτοια θες να καταντήσεις κι εσύ; Εγώ τι φταίω να έχω μετά μια μαμά χωρίς χέρια;

images78 

 

index4

 Και όσοι αρνούνται να είναι ...αφελίδες και ...κοψοχέρηδες, ξέρουν το δρόμο. ΕΔΩ!!!