Μέρα μουντή, πνιγμένη στην ομίχλη.
Το προσκλητήριο του θανάτου έγινε χαράματα στο Χαϊδάρι.
Κι από κει στο Σκοπευτήριο. Στην Καισαριανή.

ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ

«Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή.
Είχανε φτάσει οι εχτροί σ' αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας.
Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους κομμουνιστές από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει.
Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει».
                                                                                             ***
Πρωτομαγιά του 1944, όταν «το χώμα δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα».

RITSOS 2
«Εδώ πέσαμε.
Παιδιά του λαού.
Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί: κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες.
Η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες, αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν' ανοίγουν στο μέλλον.
Εμείς μερτικό δε ζητήσαμε.
Τίποτα.
Μόνον θυμηθείτε το: αν η ελευθερία δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα.
Γειά σας».
Γιάννης Ρίτσος: «Σκοπευτήριο Καισαριανής».
                                                                                            ***
Και η Αστική τάξη ;……
Σιγά μην κλάψουμε για τους 200 κομμουνιστές της Καισαριανής, έλεγε τότε το Κολωνάκι...

ΒΑΛΗΣ
......Μάης 1944. Ο Βαλής φόρεσε τη μαύρη γραβάτα του, ντύθηκα κι εγώ στα μαύρα και βγήκαμε όξω να συναντήσουμε κάνα φίλο να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στην πλατεία Κολωνακίου πέσαμε πάνω σε κάτι γνωστούς.
«Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;» ρώτησαν ανήσυχοι.
«Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και μας ρωτάτε τι μας συμβαίνει;
Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε».
«΄Αγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου.
Δεν ξέρετε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί ήτανε κομμουνισταί;»
Παγώσαμε. «Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει.
Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό.
Και σαν Έλληνες έχουμε το χρέος να τους πενθούμε!»
«Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, όλοι αυτοί θέλουν να πιουν το αίμα μας».
«Τους Γερμανούς, θέλετε να πείτε…»
«Άσ’ τους Γερμανούς, πόλεμο κάνουν οι άνθρωποι.
Τους άλλους, αυτούς που πενθείτε σήμερα, αυτούς να φοβάστε.
Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουνε το βιος μας.
Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε.
Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά».
Ο Βαλής τους κεραυνοβόλησε με κείνο το αυστηρό και ντρέτο βλέμμα του και δίχως μιλιά τούς γυρίσαμε την πλάτη.
«Πάμε πίσω στο σπίτι μας, Λητώ…»
Με τους γονείς μας, το ίδιο θλιμμένοι, τα λέγαμε στο σαλόνι.
«Σήμερα, πατέρα, δεχτήκαμε με τη Λητώ διπλό χτύπημα.
Η εκτέλεση των παλικαριών στην Καισαριανή και η εκτέλεση μιας μερίδας της κοινωνίας μας.
Αυτής που συναναστρεφόμαστε.!
Και να φανταστεί κανείς ότι είναι άνθρωποι αξίας, έντιμοι, αξιοπρεπείς.
Μπροστά στο φόβο, όμως, μιας υλικής καταστροφής, χάσανε με μιας την ανθρωπιά τους''...... !
 Λητώ Κατακουζηνού στο βιβλίο της , ''ο Βαλής μου''