... Στον χώρο των Ιωαννίνων, πραγματοποιήθηκε μία σημαντική προσπάθεια για την ανασυγκρότηση των εργατικών οργανώσεων Ιωαννίνων, σε συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Εργατικό Κέντρο, υπό την παρουσία 350 υποδηματεργατών, αρτεργατών και εργατών οδοποιίας. Ακολούθησε συζήτηση για την ανεργία, λήφθηκαν μέτρα για κινητοποιήσεις και εκλέχθηκε προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή.
Την ίδια περίοδο, μάλιστα, επρόκειτο να διεξαχθεί διάλεξη με θέμα « Η ζωή και το έργο του Λένιν, και Λούξεμπουργκ», αλλά ματαιώθηκε κατόπιν αποφάσεως των Αρχών, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκαν τα εργατικά σωματεία της πόλης.
Παράλληλα οι Αρχές αποφάσισαν την απαγόρευση του επαναστατικού Τύπου στα Ιωάννινα και πραγματοποίησαν επιδρομές σε σπίτια κομμουνιστών. Μάλιστα, ο Γενικός Διοικητής Ιωαννίνων, Μόδης, αρνήθηκε να συζητήσει με τα μέλη της Επιτροπής, με την πρόφαση ότι δεν υπήρχε εργατική τάξη στα Ιωάννινα παρά μόνο «τεμπέληδες».
Το καθεστώς καταπίεσης της ελεύθερης βούλησης και διακίνησης ιδεών, έκανε την εμφάνισή του και λίγους μήνες αργότερα.

Ένας από τους όρους του Λένιν για τη μπολσεβικοποίηση των εργατικών κομμάτων ήταν η ενημέρωση της υπαίθρου. Στο πλαίσιο αυτό, μία ομάδα συνειδητών εργατών, υπό την καθοδήγηση του Ομίλου Ιωαννίνων, είχε πραγματοποιήσει περιοδεία στο χωριό της Ζίτσας.
Κατά την επιστροφή τους, δέχθηκαν επίθεση από δυνάμεις της Αστυνομίας και του Ιππικού, με αποτέλεσμα οι εργάτες να επιτεθούν και να ξυλοκοπήσουν τον νωματάρχη και ως εκ τούτου, αρκετοί από αυτούς να οδηγηθούν στα κρατητήρια. Το σχετικό ρεπορτάζ επανήλθε λίγες μέρες αργότερα, αυτή τη φορά με περισσότερες λεπτομέρειες. Επρόκειτο για 47 μέλη της ομάδας Πρωτοπόρων Ιωαννίνων, η οποίοι έπεσαν θύματα ενέδρας χαφιέδων, υπό τον Παπανικολάου.
Αφού ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ των δύο ομάδων, οι δεύτεροι κάλεσαν δυνάμεις της έφιππης χωροφυλακής, οι οποίες συνέλαβαν 23 εργάτες. Ανάμεσα τους ο πρώην υποψήφιος βουλευτής του Ενιαίου Μετώπου, Τσάντης και οι Πηγαδάς, Γέσιος, Γιαννόπουλος και Γ. Βαφειάδης, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε 5-15 μέρες φυλάκισης. Μάλιστα, πριν τη δίκη των 5 συντρόφων πραγματοποιήθηκε διαμαρτυρία από 30 εργάτες για την « παράνομη σύλληψη» τους καθώς και για το αίτημα της Γενικής Αμνηστίας, το οποίο παρέμενε ανεφάρμοστο, και για τα βασανιστήρια συλληφθέντων της Εργατικής Βοήθειας, με τον Διοικητή να δηλώνει αναρμόδιος για το πρώτο ζήτημα και να υπόσχεται ανακρίσεις σχετικά με το δεύτερο. Περίπου 15 μέρες αργότερα, το Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων κάλεσε συνολικά ακόμη 30 εργάτες και φοιτητές για παράβαση του Ιδιωνύμου, ανάμεσά τους ο Καρασκόγιας και ο Μπούζος.
Ο Χριστοβασίλης (εν ενεργεία) εκλεγμένος βουλευτής έκανε λόγο για ύπαρξη « μεγάλου κομμουνιστικού κινδύνου», γράφοντας πως στα Ιωάννινα υπήρχαν 1500 κομμουνιστές και καλούσε την κυβέρνηση να απαγορεύσει την κυκλοφορία των κομμουνιστικών εφημερίδων και να θέσει τον κομμουνισμό εκτός νόμου.
Τέσσερις μέρες αργότερα, ο Χρηστοβασίλης επρόκειτο να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, καθώς απηύθυνε κάλεσμα προς τον «Ελληνικό Λαό να σηκωθεί στο πόδι […] και να σκοτώσει του κομμουνιστάς φανερά στους δρόμους ως σκυλιά ληστρικά», χαρακτήριζε τα − εναντίον των κομμουνιστών − μέτρα των τοπικών Αρχών «κωμικά».
Όσον αφορά την περιοχή των Ιωαννίνων, το έτος 1934 ξεκινά με τον εκτοπισμό επτά κομμουνιστών εργατών. Ανάμεσά τους ο Π. Πολυζώης, ο οποίος εξορίστηκε στο νησί της Σερίφου για έξι μήνες –και τιμωρήθηκε ακόμη με εννέα μήνες φυλάκισης και καταβολή προστίμου 1.200 δρχ., με την κατηγορία της παράνομης συγκέντρωσης και της διενέργειας εράνου, καθώς και τρεις δημοδιδάσκαλοι και μία γυναίκα, οι οποίοι εξορίστηκαν σε διάφορα νησιά.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Ελευθερίας, οι 4 τελευταίοι είχαν υποπέσει σε μία σειρά από παράνομες πράξεις: προπαγάνδιζαν στους αστράτευτους προκειμένου να μεταφέρουν κομμουνιστικές ιδέες εντός του στρατεύματος, ενώ κατά τη διάρκεια της Πρωτοχρονιάς στο χωριό Δολιανά, μαζί με άλλους κομμουνιστές που δεν συνελήφθησαν, είχαν παρενοχλήσει τους παρευρισκόμενους στην εκκλησία και βεβηλώσει « τους οφθαλμούς των εικόνων της Παναγίας και του Χριστού» με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η θεία λειτουργία και να ακολουθήσουν συμπλοκές με την Αστυνομία.
Μάλιστα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η κατάσταση υπήρξε τόσο έκρυθμη που για την εκτόνωση της εντάσεως στάλθηκαν στρατιωτικές ενισχύσεις από το Καλπάκι.
Επιπλέον, όπως πληροφορούμαστε από την εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών, μία επιτροπή υπό τους Βασίλη Παμέλη (Πρόεδρος Κοινότητας), Μίλτο Τσαντή (Πρόεδρος Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ναού) και Επαμεινώνδα Κυρίτση (εκπρόσωπος Συνεταιρισμού Δολιανών) είχαν υποβάλλει υπόμνημα- ψήφισμα της κοινότητας με την απαίτηση να εκτοπιστούν οι κομμουνιστές που είχαν βεβηλώσει την εκκλησία.
Από το ρεπορτάζ της Ελευθερίας, προκύπτει η ένδειξη, ότι γενικότερα στα χωριά των Ιωαννίνων εκτυλίσσονταν αρκετά συχνά τέτοιου είδους περιστατικά: « ένεκα της ηπιότητος, μεθ’ ής εκδικάζονται εκάστοτε οι κατά των κομμουνιστών κατηγορίες υπό των πολιτικών Δικαστηρίων […] οι κομμουνισταί, ίδια εν Ήπειρω πήραν πολύν αέρα. Έχουν σχηματίσει ισχυρά κομμουνιστικά Κέντρα, εκτός των Ιωαννίνων, όπου η δράσις των είναι κατωτέρα αναλόγως του αριθμού των κομμουνιζόντων, λόγω της παρουσίας των αστυνομικών Αρχών, εν Ζίτση, εν Βελτσίστα,εν Καρίτσα, εν Πρωτόπαπα, εν Δολιανοίς και αλλαχού του Νομού μας, αποτελούν και μεγάλην εκλογικήν δύναμιν […] προ ολίγων μηνών οι κομμουνισταί της Βελτσίστας απήγαγον από τας χείρας του εισπράκτορος και των συνοδευόντων αυτόν χωροφυλάκων συλληφθέντα παρ’ αυτών οφειλέτην του Δημοσίου, καταγγελθέντες δε εκ των 40 περίπου συλληφθέντων είνε και γυναίκες […] προχθές ηθωώθησαν υπό το Κακουργιοδικείον Άρτης οι επί αντιστάσει κατά της Αρχής μυνηθέντες Μιχ. Τσάντης και λοιποί οπαδοί του».
Με αφορμή τα παραπάνω γεγονότα, ο Χριστοβασίλης εξέφρασε για ακόμη μία φορά τις ακραίες αντικομουνιστικές του απόψεις: « προ ολίγων μηνών ανεγνώσαμεν εις αθηναϊκήν εφημερίδα, ότι εν Πολωνίας, συλληφθέντες μία πρωία, δύο κομμουνισταί τοιχοκολούντες κομμουνιστικάς προκηρύξεις, κατεδικάσθηκαν εις θάνατον και εξετελέσθησαν την 11ην π. μ. της ιδίας ημέρας! Και αναφορικά με τα γεγονότα στα Δολιανά και την αντίδραση των Αρχών πρόσθετε: « με τέτοια δεν πατάσσεται ο κομμουνισμός! Χρειάζεται δίωξις του κομμουνισμού, όπως εν Πολωνία, ή τουλάχιστον εν Βουλγαρία, με ειδικούς Νόμους.
Ας τουφεκιστούν μερικοί εν Δολιανοίς,εν Ζίτσα, Καρίτσα και Βελτσίστα και βλέπετε πως εξαλείφεται αμέσως ο κομμουνισμός εν Ήπειρω».
Στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 πραγματοποιήθηκαν οι αυτόδιοικητικές εκλογές. Υποψήφιος με το ΕΜΕΑ(Ενιαίο Μέτωπο) ήταν για ακόμη μία φορά ο Μιχάλης Τσάντης, ο οποίος την περίοδο αυτή καταδιωκόταν από τις Αρχές και αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο εκτοπισμού του. Η κατάσταση για το ΕΜΕΑ ήταν ιδιαιτέρως δύσκολη.
Από τη μία ο κίνδυνος να μη συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα χρήματα για την τύπωση των ψηφοδελτίων και από την άλλη, το κλίμα τρομοκρατίας υπό το οποίο διεξαγόταν ο εκλογικός του αγώνας, με την αστυνομία να απαγορεύει μέχρι και την είσοδο στον χώρο διεξαγωγής της προεκλογικής συγκέντρωσης σε όσους εργάτες δεν διέθεταν κατάλληλη άδεια.
Για τη συγκεκριμένη εκλογική διαδικασία γνωρίζουμε για παράδειγμα, ότι στην προεκλογική συγκέντρωση του σχηματισμού μίλησαν οι Γερογιάννης (ΕΜΕΑ), Γέσιος (Κόκκινος Σύμβουλος), Κιμούλης (Συνδικάτα), Πράσος (Κομμουνιστική Νεολαία) και Παπαδιαμάντης (ΚΚΕ) και ότι ο Τσάντης συγκέντρωσε 183 ψήφους σε σύνολο 2.687 ψήφων, ενώ οι αντίπαλοί του, Βλαχλείδης και Πυρσινέλλας, συγκέντρωσαν 1.651 και 853 ψήφους αντίστοιχα.
Λίγους μήνες αργότερα, το χωριό των Δολιανών γίνεται εκ νέου πεδίο συγκρούσεων μεταξύ της αστυνομίας και των κομμουνιστών. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, όλα ξεκίνησαν με αφορμή τους αστεϊσμούς μίας ομάδας κομμουνιστών με στόχο τον καντηλανάφτη του χωριού και την εμπλοκή ακροδεξιών στοιχείων, τα οποία προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση κατηγορώντας τους κομμουνιστές για την βεβήλωση των εικόνων του ναού.
Το ρεπορτάζ εμπεριέχει πλήθος λεπτομερών περιγραφών σχετικά με τα γεγονότα που ακολούθησαν και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν.
Μετά το συμβάν, λοιπόν, το επόμενο πρωί, αστυνομικές δυνάμεις συνέλαβαν τον κομμουνιστή Λουκά Κωνσταντινίδη, ενώ «χαφιέδες» εισέβαλλαν στην οικία του Γρηγόρη Πέτρου, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν συμπλοκές μεταξύ μελών της οικογένειάς Πέτρου και των ακροδεξιών, με τους δεύτερους να « ξυλοκοπούνται».
Ωστόσο, κατόπιν ελεύσεως αστυνομικών δυνάμεων, τα μέλη της οικογένειας Πέτρου συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον Σταθμό του χωριού, με τον δάσκαλο Μενέλαο Πέτρου να πέφτει θύμα ξυλοδαρμού.
Στο ίδιο σημείο μετέφεραν αργότερα και τον Πολυζώη Χρήστο με την κατηγορία πως διένειμε λαχεία του Κομμουνιστικού Ομίλου και πως καθοδηγούσε κάποια παράνομη δράση.
Τέλος, 200 περίπου αγρότες συγκεντρώθηκαν στην περιοχή για να διαμαρτυρηθούν, με τους «χαφιέδες» να ζητούν «έντρομοι» ενισχύσεις από το Καλπάκι και να παραμένουν έγκλειστοι, τη στιγμή που οι συλληφθέντες παρέμεναν αλυσοδεμένοι.
Την επόμενη μέρα τα Δολιανά γέμισαν από στρατιωτικές δυνάμεις και περιπολίες και ακολούθησαν ανακρίσεις.
Η ήδη έκρυθμη κατάσταση χειροτέρεψε κατά την ημέρα Τετάρτη, οπότε και συγκεντρώθηκαν περίπου 600 αγρότες και εργάτες για να διαμαρτυρηθούν, ενώ οι «τσορμπατζήδες» και ο ιερέας Θωμάς Σόφης κλειδαμπαρώθηκαν στα σπίτια τους. Ο «φόβος» που κατέκλυσε τις Αρχές από τη δύναμη των συγκεντρωμένων οδήγησε στον σχηματισμό ενταλμάτων για τη σύλληψη 15 και πλέον κομμουνιστών, ανάμεσά τους οι εργάτες Πέτρος Μέτσιος, Αντρέας Ζήσης, Πολυζώης, Γιάννης Καραμούτσος και Βασίλης Γκουραμέτσιος και οι δάσκαλοι Μ. Πέτρου, Φ. Κοντοπάνος και Βασίλης Σουπζανάς, με την κατηγορία της κινητοποίησης των κατοίκων του χωριού προκειμένου να καταλάβουν τον Σταθμό.
Κατόπιν, οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην πόλη των Ιωαννίνων, όπου προφυλακίστηκαν τα αδέρφια Μενέλαος και Γρηγόριος Πέτρου, η μητέρα τους και η αδερφή τους για αντίσταση μετά βιαιοπραγιών και ο Χρήστος Πολυζώης για ιδιώνυμο. Επιπλέον, ο Γρηγόρης Πέτρου καταδικάστηκε και για ιεροσυλία.
Άκαρπη η προσπάθεια εξεύρεσης των κομμουνιστών Πέτρου Πέτρου και Σταύρου Μανώλη, οι οποίοι είχαν διαφύγει και καταζητούνταν από την αστυνομία.
Αφορμή για τη σκηνοθετημένη αυτή υπόθεση είχε σταθεί ο πενταπλασιασμός των ποσοστών του ΕΜΕΑ στην περιοχή κατά τις τελευταίες εκλογές.
Τέλος, η Ένωσις Ξενιτεμένων Ηπειρωτών διαμαρτυρήθηκε για τις συλλήψεις, ανακοίνωσε την προσχώρηση της στο ΕΜΕΑ και ανέλαβε την αρμοδιότητα για τη διάδοση του προγράμματός του στις φτωχές μάζες.
Τα δύο περιστατικά των Δολιανών, όπως και το προγενέστερο περιστατικό στη Ζίτσα, αλλά και οι αναφορές περί αύξησης των εκλογικών αποτελεσμάτων του ΕΜΕΑ στα χωριά, κάτι που αποδεικνύεται και από τα επίσημα αποτελέσματα, αποτελούν ξεκάθαρες αποδείξεις περί σημαντικής προπαγανδιστικής εργασίας στην ύπαιθρό από τα μέλη του ΕΜΕΑ.
Γενικότερα, την περίοδο αυτή παρατηρείται ανάπτυξη σε ότι αφορά τα παρακλάδια του γιαννιώτικου Κομμουνιστικού Ομίλου, καθώς εκτός των εργοστασιακών πυρήνων, εντοπίζονται πυρήνες στις προσφυγικές γειτονιές, κομμουνιστικές ομάδες στα εκπαιδευτήρια, μέχρι και Όμιλος Γυναικών Ιωαννίνων, τα μέλη του οποίου υπέγραφαν ως « προλετάρισσες μάνες» σε διαμαρτυρία τους για τη μεταφορά αγωνιστών στην Ακροναυπλία...

Πηγή

Σ.Σ.

Από λάθος ενημέρωση ή ανάγνωση, ο δημοσιογράφος, αναφέρει ως πρόεδρο της κοινότητας τον Βασίλη Παμέλη αντί τον Βασίλη Γκαμίλη που είναι το ορθό.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
ApospasmaApofasis
Πατήστε για μεγέθυνση